μακροχρόνιος

μακροχρόνιος
α, ο [ος , ον ]
1) долголетний, многолетний; долговременный;

μακροχρόνιοςα φιλία — долголетняя дружба;

2) долгий, продолжительный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "μακροχρόνιος" в других словарях:

  • μακροχρόνιος — lasting a long time masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρόνιος — α, ο (AM μακροχρόνιος, ον) 1. αυτός που διαρκεί, που παραμένει επί πολύ χρόνο (α. «μακροχρόνια ασθένεια» β. «ὀφθαλμίαι ὑγραὶ μακροχρόνιοι μετὰ πόνων», Ιπποκρ.) 2. αυτός που ζει πολλά χρόνια, πολύχρονος, μακρόβιος («τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν… …   Dictionary of Greek

  • μακροχρόνιος — α, ο αυτός που ζει ή διαρκεί πολλά χρόνια, ο μακρόβιος: Πέθανε ύστερα από μακροχρόνια ασθένεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μακροχρονιώτερον — μακροχρόνιος lasting a long time masc acc comp sg μακροχρόνιος lasting a long time neut nom/voc/acc comp sg μακροχρόνιος lasting a long time adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρονιώτατον — μακροχρόνιος lasting a long time masc acc superl sg μακροχρόνιος lasting a long time neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρόνιον — μακροχρόνιος lasting a long time masc/fem acc sg μακροχρόνιος lasting a long time neut nom/voc/acc sg μακροχρονέω last a long time imperf ind act 3rd pl (doric) μακροχρονέω last a long time imperf ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρονιωτάτου — μακροχρόνιος lasting a long time masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρονιώτατος — μακροχρόνιος lasting a long time masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρονιώτεραι — μακροχρόνιος lasting a long time fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρονίοις — μακροχρόνιος lasting a long time masc/fem/neut dat pl μακροχρονέω last a long time pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακροχρονίου — μακροχρόνιος lasting a long time masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»